Pages

«Γράμματα στη Χιονάτη» || εκδόσεις Καστανιώτη

  

Το μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου «Γράμματα στη Χιονάτη» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Μια γυναίκα με ασυνήθιστη εμφάνιση φτάνει σ’ ένα χωριό –«Ήξερε ότι πίσω από την πλάτη της την έλεγαν “Φαλακρή”, επειδή όταν πρωτοεμφανίστηκε στο χωριό τους είχε ξυρισμένο γουλί το κεφάλι της. Κι όχι μόνο. Ήταν ξυρισμένα και τα φρύδια της. Μια φρίκη, ένας εφιάλτης, που έδιωχνε τα βλέμματα, σαν να γλιστρούσαν στο γυαλιστερό της κρανίο.

Στις ερωτήσεις των κατοίκων, όταν γυρνούσε στις γειτονιές κι έψαχνε να νοικιάσει σπίτι, απαντούσε ότι είχε χάσει τα μαλλιά και τα φρύδια της από στεναχώρια, χωρίς να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες». Το χωριό εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του λόγω κατολισθήσεων. Η γυναίκα  επιλέγει ένα απομονωμένο σπίτι και περιμένει το «άλλο χιόνι».

Σ’ αυτό το σκηνικό εγκατάλειψης, η γυναίκα θα παρασυρθεί σε αναπάντεχες περιπέτειες, σε μια περιδίνηση σε τόπους κοντινούς αλλά και σε ανεξερεύνητα μέρη της ύπαρξής της.

Θα συναντήσει έναν σπουδαίο και οργισμένο ποιητή που επίσης κρύβεται, θα παραστεί ψυχρή σαν άγαλμα σ’ έναν απρόσμενο γάμο αλά Κουστουρίτσα, θα βρεθεί με τα «ρετάλια» του παλιού κοινοβίου, τον Ρόθκο, τον Καίσαρα και την αινιγματική Αισθήρ.

Κανείς όμως απ’ όλους αυτούς δε θα ασκήσει πάνω της την καταλυτική επιρροή της Χιονάτης, όπως ονομάζει ένα αμίλητο κορίτσι που το φέρνει η χιονοθύελλα.

«Άνοιξε τα παντζούρια της κουζίνας κι έμεινε κατάπληκτη, τόσο κατάπληκτη,που χρειάστηκε ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια της μήπως αυτό που έβλεπε ήταν ένα παιχνίδι της όρασής της, μια φάρσα του μυαλού της, μια κοροϊδία του χιονιού, ένας εμπαιγμός.

Ένα παιδάκι, ένα κοριτσάκι, απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει, καθόταν πάνω σε δυο τσιμεντόλιθους που όριζαν δυο γειτονικά χωράφια, στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Καθόταν τόσο ήσυχο, τόσο ακίνητο, παρόλο που σίγουρα είχε δει κι είχε ακούσει τα παντζούρια που είχε ανοίξει, σαν άγαλμα έμοιαζε. […]

Ξανακοίταξε προς το ακίνητο κοριτσάκι, με την ελπίδα ότι θα είχε θαυμαστά εξαφανιστεί, σαν τις χάρτινες ανθρώπινες φιγούρες που έβαζαν κι έβγαζαν μέσα σε ωραία κουκλόσπιτα, ότι ήταν η φαντασία της που της είχε παίξει ένα ακόμα παιχνίδι. Όμως αυτό βρισκόταν πάντα εκεί, στη θέση του, ασάλευτο. […]

Θα κόντευε μεσημέρι, όπως υπολόγισε η γυναίκα, όταν είδε ότι ο καιρός βάραινε, ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει από γκρίζα χαμηλά σύννεφα, σημάδι πως όπου να ’ταν θ’ άρχιζε πάλι να χιονίζει. Και πράγματι, δεν άργησαν να πέσουν οι πρώτες νιφάδες, χοντρές κι αδυσώπητες, χιόνι πάνω στο χιόνι.

Το κορίτσι, λες και δε το ένοιαζε τίποτα, καθόταν στη θέση του, τα μαλλιά και τα σκούρα ρούχα που φορούσε άρχισαν ν’ ασπρίζουν, τα πασπάλιζε το χιόνι, όπως η άχνη ζάχαρη πέφτει πάνω σε κούκλα από αμυγδαλόπαστα τούρτας γενεθλίων.

Η γυναίκα ταράχτηκε με το θέαμα, σε λίγο το παιδί θα ήταν σαν καθιστός χιονάνθρωπος, […].

Ένα μυθιστόρημα αινιγματικό και ταυτοχρόνως λυτρωτικό, γεμάτο συμπόνια αλλά και πολλά ερωτήματα.

Είναι, τελικώς, η αγάπη η μέγιστη πλάνη; Ή μήπως ο ύψιστος σκοπός;

Press

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ.